Buildings and fences



livestock trough (man-made spring)

në verë në lera
(vend në formë grope, e bërë nga barinjtë, që mban ujë)
në dimër ku të ketë ujra
[Duk.T.]

cupanʲe (the older generations did not experience watering cans or artificial fountains; they drank from natural flows or springs) [Mets.]
tu lerã (faptã di picurar tu munti, tsi tsãni apã) / yarra lju s’aibã apã [Ming.]

κορίτες [Bul.]
στέρνα, λόμπες, γούρες *next to the river)’, μπουτσώνες πβ. ποτισιώνες [Kan.]
 [Lav.]
ποτάμι / πηγάδια / στέρες (natural o artificial) [Liv.]
κουρίτα [Pram.]
βρύση / γούρα / λούτσα ‘μεγάλη φυσική έκταση ΄που συγκεντρώνονται τα νερά από μόνα τους’ [Suli]
κορίτες [Tsep.]

kópanka / kórito [Gllob.]
kopan'i / koríto [Vern.]
kɔpánka [Sid.]
kopánka, póstul „lekani“ [Nest.Sl.]
p'ostaf [Trig.]


wooden livestock trough in the mountains

korita [Duk.T.]

cupanʲe di lemnu [Mets.]
curitã [Ming.]
curitã [Palok.]

κορίτες / γούρες / λέρες (big variant of γούρα) [Bul.]
κορίτα, κορίτος (ο), κορίτια pl. [Kan.]
κοπάνα, κοπάνεςpl. [Lav.]
κορίτα, κορίτες pl. (used for feeding also) [Liv.]
κουρίτα, κουρίτες pl. [Pram.]
κορίτα, κορίτες pl. [Suli]
κορίτες (made from pine) / λούτσες / γούρες all pl. [Tsep.]

=03 i napívame dóma na ézero [Gllob.]
kopan'i / koríto [Vern.]
dərvéna kɔpánka [Sid.]
kopánka [Nest.Sl.]
k'opanka / d'ərven p'ostaf [Trig.]


pen, sheep hurdles (roofless, fenced-in stabling area)

nome [Duk.T.]

curpãi [Ming.]
mándra gãrdíta [Nest.Ar.]

Γενικά η coarδă αφορά κάθε καταυλισμό προβάτων που αποτελείται από μία ελαφρή περίφραξη όπως ήταν οι καλακαιρινές εγκαταστάσεις., γρέκι, μαντρί [Kan.]
γρέκι [Lav.]
μαντρί: Το φτιάχνομε πάντα σε στερεό – ρηχό μέρος. Κείνα τα χρόνια όπου δεν είχανε στάλους έκανανε λιάσες κι έβανανε στο μαντρί από τη μεριά που είχε περσότερο χειμώνα / αέρα – για να βανε –ηλεγαμε- τον πλάτη η προβατίνα ή η γίδα, να προφυλαχτεί από τον χεμώνα. Τις λιάσες ις φτιάχναμε με ξύλα και με άχυρα. Από τη μέσα τη μεριά βάζαμε μια φούρκα. Τις λιάσες τις βάζαμε παρπάνω [=μετακινούσαμε] για να μην είναι τα ζώα στη λάσπη. [Liv.]
Γρέκι – πόρτα / λεσ̆ιά – σ̆τρούκα – προτολίθ’ / σ̆τρουγκολίθ’ (το λιθάρι που βάζεις στην πόρτα, σαν καρέκλα) – μάτι ‘το μέρος που περνάνε τα ζ. και τα αρμέγουμε’) – ξωμάντρι ‘το μέρος όπου μαζεύονται τα ζ. μετά το άρμεγμα [Pram.]
γρέκι ‘δεν έχει πλέγμα, είναι μια τοποθεσία όπου μαζεύονται τα πρόβατα / γίδια Αν το περιφράξουμε γίνεται μαντρί. [Suli]
μάντρα ‘όταν βάλουμε πλέγμα γύρω γύρω’ [Suli]
Όχι. Στ λάκκα ντίπι. Με τι να το φράξεις; Άμα είναι τσιτωμένα [χορτάτα] δεν φεύγουν, άμα είναι νηστικά … [Tsep.]

grádeš / pl'et
grádeš so polózine 3 meter, 3 sm
prémrek fuer die uebernachtung ausserhalb des dorfes
[Gllob.]
grádeš
pasél'išče
sogradéno pasél'išče
[Vern.]
grádeš [Sid.]
sogradéno; mándra sogradéna
cf. dwónesi kwózete na rjékata
[Nest.Sl.]
gr'adeš [Trig.]


fenced-in area for livestock on the plain

stallë dimërore [Duk.T.]

amasu di lišei, amasu di liše amasu di pãrnãri [Mets.]
staɫa / masu / cãpraʣa ti cãp, cutaretsu ti eʣ[Ming.]
gãrdíta [Nest.Ar.]

μαντρί, τσίπες και πλέγματα, εκειά τα χρ. με παλιούρια [Kan.]
γρέκι [Lav.]
μαντρί. Τόφτιαχναμε με πλάτες. Ξύλα φτιαστά, καρφωτά, κι απ’ όξω άχυρο. Γύρω γύρω πλάτες. Από κάτω η φούρκα. Τώρα δε φτιάχνομε πια. [Tsep.]

sográdeno [Gllob.]
sogradéno [Vern.]
= 04; e sɔgradí#me
cf. elóvi kótar
[Sid.]
sogradéno [Nest.Sl.]
gr'adeš [Trig.]


fence, fencing

vath [Duk.T.]

coarδã [Mets.]
masu[Ming.]
gard [Palok.]
kwórda / kórda [Nest.Ar.]

φράχτης, φράχτης [Kan.]
φράχτης (το φτιάχνουμε με δεματσούλες) [Pram.]
φράχτης (το φτιάχνουμε με βέρες [Suli]

pl'et
l'ésa – fuer die tuere
[Gllob.]
l'ésa / pl'et [Vern.]
grádeš, kórda, sítɔ, žel'ézna kl'et [Sid.]
pl'et [Nest.Sl.]
pl'et [Trig.]


entrance to the pen (gate, but tied)

lesë [Duk.T.]

poreao [Mets.]
ruγã [Nest.Ar.]

πόρτα, ποριά (the word ρούγα is know, but considered Vlach)[Kan.]
ρούγα [Lav.]
σ̆τέκα. Άμα τα πρόβατα είναι στο μαντρί την κλείνεις. Άμα είναι όξω δεν την κλείνεις γιατί είναι αμαρτία για τον τσ̆έλιγκα, γιατί άμα έκλεισε τη λιάσα θα πει ότι έκλεισε τη στάνη. [Liv.]
λισ̆ιά [Pram.]
ποριά [Suli]
ποριά: είναι πλάτη, ανοίγεις την πλάτη και μπαίνεις μέσα. [Tsep.]

vráta so kólčina [Gllob.]
vráta [Vern.]
vráta o ščíca [Sid.]
vlévam na vrátata / pórtata nótre 1 sg.[Nest.Sl.]
vr'ata, l'éska (in other villages) [Trig.]


entrance to the pen, horizontal piece of wood which is moved to allow entrance

shuli [Duk.T.]

lišeao de la poreao, veargã, gãrate Η lišeo ήταν προκατασκευασμένo πλαίσιo αποτελούμενo από ξύλινο σκελετό και επνδεδυμένo με καλαμιές βρίζας. Χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή των χειμωνιάτικων κτηνοτροφικών εγκαταστέων Η gãrate πλθ. gãraʦâ ήταν ένας είδος lišeao κατασκευασμένη από βέργες και χωρίς επένδυση με άχυρα. Ήταν πιο κοντή και πιο πλατιά από την lišeao και χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή όλων των καλοκαιρινών περιφραγμάτων. Στα σημεία που υπήρχαν ανοίγματα χρησιμοποιούνταν ως πόρτα. [Meʦ.
stropu[Ming.]

--- [Kan.]
πάλι δεμάτι βάζαμε [Lav.]
λιάσα [Pram.]
λιάσα [Suli]

lost, lóstoĭ pl.(to close a door)
lósto e dvížen [Gllob.]
lost – zadvizhka
cf. vráta
[Vern.]
l'ésa (for turning around like a door) [Sid.]
tɤ́rgam dɤ́rvoto ot l'ésata 1 sg.[Nest.Sl.]
N/P[Trig.]


fenced-in area for livestock in summer

vatha [Duk.T.]

coarδã [Mets.]
Η coarδã είναι ένα απλό ξύλινο κυκλικό περίφραγμα το οποίο κατασκευαζόταν το καλοκαίρι στα βουνά και στα χειμαδιά μόνο κατά την περίοδο που τα κοπάδια βρίσκονταν στο φθινοπωρινό βοσκοτόπι la tomnariu δηλαδή ώσπου άρχιζαν τα γεννητούρια οπότε κατασκεύαζαν amasu di lišei τα οποίο ήταν πιο κλειστό συνεπώς και πιο ζεστό. Λέγεται ότι αρχικά χρησιμοποιούσαν σε όλες τις περιπτώσεις coarδã. [Mets.]
masu[Ming.]
masu[Palok.]
stáni [Nest.Ar.]­

φραντζάτος: το φτιάχνουμε με ξύλα κι από πάνω βάνο, με πλατάνια, άχυρο, φτέρη [ βλάχουρο το λ. η Δρόβιανη]. [Bul.]
πλέγμα, και μαντρί (γρέκι, μαντρί το ίδιο είναι ) [Kan.]
 [Lav.]
καλοκαιρινό γρέκι [Liv.]
 [Pram.]
 [Suli]
 [Tsep.]

báčilo [Gllob.]
grádeš / mándra neu [Vern.]
léten *stan (sagt man angeblich nicht); létna kórda / strɤ́nga [Sid.]
mándra, mándərta def. [Nest.Sl.]
N/P, cf. t'ərlo "gdje spjat ovci" [Trig.]


fenced stabling area for sheep in winter (roofed)

stalla [Duk.T.]

amasu cu lišei, stavlu. Το amasu di lišei δεν ήταν μία κλειστή κατασκευή όπως ο στάυλος αλλά ένα κυκλικό περίφραγμα το οποίο έφερε περιφερειακά υπόστεγα όπου και μαζεύονταν τα ζώα κατά την διάρκεια της νύκτας. [Mets.]
staɫa ti oi / cãpraʣa ti cãp[Kell.Ar.]
kãl'íva ti ójl'i, kãpãrã ti jára [Nest.Ar.]

Φτιάχναμε δεμάτια από πλατάνια κι άμα λάσπωνε το μέρος τα παγαίναμε πιο πέρα. Τα δεμάτια τα κάνουμε με νιώματα [=βλαστάρια]. Τα κόβανε, μαΐλιαζανε [=στεγνώνω] και ύστερα τάβανες με τέχνη, μύτες απάνω, μύτες κάτω. Κάρφωνες σκαμνιά τρία μέτρα ύψος και κάθονταν τα αρνιά αποκάτω. Έκαναν και λιάσες. Δεν παρα εκαμαμε λιάσες εμείς. Τα δεμάτια είναι τα καλύτερα. [Bul.]
στάβλος [Kan.]
χειμωνικό γρέκι. Επί το πλείστον, το χειμώνα έφτιαχναμε μαντρί, ενώ το καλοκαίρι δε φτιάχναμε γιατί [τα ζ.] κοιμούνται έξω. Την ημέρα τα βάνουνε στο στάλο ενώ τη νύχτα κοιμούνται έξω. [Liv.]
γρέκι ονομάζομε στη γενικότητα το μαντρί, τη σ̆τρούγκα, την καλύβα των τσ̆ομπαναραίων κτλ. Στάνη είναι το βιο, τα πρόβατα. Ο τάδες έχει τόσα κεφάλια στάνη και τα γρεκιάζει στο τάδε μέρος. [Liv.]
μαντρί [Pram.]
στάβλος [Suli]

śur za gójdata, gól'emi právda
zímn'ica
tɤ́rlo so zímn'ici
[Gllob.]
tremn'íca
śvur (u dvor, za govéndata)
[Vern.]
śvur / košára: ɔfčarn'íca / śvuro za ófcite, kɔzarn'íca [Sid.]
śvur (for horses, donkey), kuśéra za zímata (for sheep), cf. trem za zímata šo spe nótre [Nest.Sl.]
m'andra / t'ərlo, gde spjat ofci[Trig.]


fenced stabling area for lambs in winter (roofed)

tharka [Kell.Al.]

amasu cu lišei, stavlu [Mets.] Δεν υφίστατο χωριστό γρέκι για αρνιά παρά μόνο για τα νεογέρνητα. [Mets.]
tharcu[Kell.Ar.]
kutár ti n'éjl'i [Nest.Ar.]

--- [Kan.]
αρνομάντρι (το φτιάχνουμε ξεχωριστό, μέσα στη μάντρα) [Pram.]
κελί / μπαντούλι [Suli]
μαντρί – τ’ αρνιά δεν τα χώριζανε – βύζαναν [Tsep.]

prégrada / zímn'ica ná-se [Gllob.]
kótar [Vern.]
kótar, kɔtárče [Sid.]
kuáéra za jaän'íščata [Nest.Sl.]


closed-in area for the protection of new-borns

ndarje në stallë [Kell.Al.]

amasu ti nʲelʲi, amasu te feteturi [Mets.]
pãrtsãturi tu staɫã / tu cãpraʣ[Kell.Ar.]

τσάρκος [Lav.]
τσάρκος (onlz for goats) [Pram.]
τσάρκος [Suli]
τσάρκος (fort he goats): μεγάλο, με κατσ̆ούλα, με τσίγκο [Tsep.]

prégrada [Gllob.]
kótar [Vern.]
kótar, kɔtárče [Sid.]
kuáéra za jaän'íščata [Nest.Sl.]


fenced area in which the sheep are milked

shtrunga [Kell.Al.]

strungã [Mets.]
strungã [Kell.Ar.]

σ̆τρούγκα [Bul.]
στρούγκα [Kan.]
στρούγκα: Για να αρμέξουμε φτιάχνουμε στρούγκα, [για] να κοιμηθούν τη λέμε κόρδα, την περίφραξη δηλαδή. Στο γρέκι κάνουμε στρούγκα και κόρδα. Η κόρδα είναι η περίφραξη ενώ όλος ο χώρος είναι το γρέκι. Η είσοδος λέγεται ρούγα. Εδώ τα σκαμνιά, εδώ η ρούγα, εδώ η κόρδα. Κι αυτό όλο λέγεται γρέκι.
Το χειμώνα κόβαμε κλωνάρια, τα δέναμε –σύρμα δεν είχαμε- με λυγαριές και τα κάναμε στρούγκα μετά. Αυτά που δέναμε τα λέγαμε δεμάτια.
 [Πόστες] κάναμε από ζίγρα [=βατσινιά]. Την κόβαμε και την πατούσαμε με τα πόδια. Βάζαμε τέσ̆ερα ξύλα, έτσι. Βάζαμε ζίγρα και βρισάλομα [=σάλομα από βρίζα] –τότε το σπέρνανε- βάζαμε άλλα ξύλα, τα δέναμε πάλι με λυγαριά. Αυτές είναι οι πόστες. Τα δεμάτια είναι για την κόρδα, ενώ οι πόστες για το μαντρί. Οι πόστες είναι για το χειμώνα, ενώ οι πόστες για το καλοκαίρι. Το γρέκι το αλλάζουμε μέρα παρά μέρα. [ο καλός βοσκός] φτιάχνει το γρέκι σε προσήλιο, να μη το χτυπάει ο αέρας, νάναι στράγγιο, δηλαδή να μη κρατάει νερό, να μη το χτυπάει ο βοριάς.
[Lav.]
σ̆τρούγκα: την κάνεις με ξύλα ήτοι-ίτι με παλιούρια ήτοι με ό,τι υλικό νάχεις. [Liv.]
σ̆τρούγκα [Pram.]
σ̆τρούγκα [Suli]
σ̆τρούγκα (τη φτιάχνουμε όξω απ’ το γρέκι) [Tsep.]

stɤ́rga (jéden k'e i gánat) [Gllob.]
strɤ́nga / strúnga [Vern.]
strɤ́nga [Sid.]
strúnga [Nest.Sl.]
dvor, dv'oro / k'otar [Trig.]


narrow passage for the sheep to pass down to milking / sep.: door to the passage to the milking parlour

syri i shtrungës [Kell.Al.]

uša de la mulgeare, ušicã, poreao di strungã, pureao de la mulgeare rustoaca de la mulgeare; rustoaca refers to any natural or artificial passage to collect and measure sheep[Mets.]
okiu ali strunglji [Kell.Ar.]

 [Bul.]
στρουγκολίθι [Kan.]
ρούγα [Lav.]
θυροσ̆τρούγκι [Liv.]
μάτι [Pram.]
 [Suli]
μάτι της στρούγκας (εκεί που κάθεται ο τσ̆ομπάνος κι αρμέγει). Θυροστρούγκι – εκεί που μπαίνουν τα ζώα. [Tsep.]

rázvol'
cf. stwol - na čkórčina, na kámen
[Gllob.]
vrat’n'ička mála [Vern
vráta za məlzéjne, cf. stol ot kámen, dɤ́rvɔ
[Sid.]
cf. stoláče (worauf der melker sitzt) [Nest.Sl.]
tésno, str'unga / d'ərvo, k'amen, stol, st'olče [Trig.]


place where the sheep are gathered prior to milking

shtrunga [Kell.Al.]

cutaru (cutaru is not the strunga, but (a) the part of it where they pushed the sheep for milking (b) a separate enclosure inside the hut where the lambs or goats were isolated that required special training in order to learn to breastfee.[Mets.]
strunga [Kell.Ar.]

στρούγκα [Kan.]
στρούγκα [Lav.]
σ̆τρούγκα [Pram.]
σ̆τρούγκα [Suli]

=013 stɤ́rga [Gllob.]
strɤ́nga / strúnga [Vern.]
strɤ́nga (slawisch), cf. strúnga (vlachisch) [Sid.]
strúnga [Nest.Sl.]
str'unga, k'otar "toljko dlja doĭki" [Trig.]


place where the sheep are gathered after milking

vatha [Kell.Al.]vatha [Kell.Al.]

amasu, coarδã. Το καλοκαίρι χρησιμοπoiούνταν και ως γρέκι. [Mets.]
masu [Kell.Ar.]

μαντρί [Kan.]
κόρδα [μέσα στην κόρδα] [Lav.]
τελείωσες το άρμεγμα, τα βγάνεις για βοσκή. [Liv.]
ξωμάντρι [Pram.]
σ̆τρούγκα [Suli]

=014 [Gllob.]
=014 [Vern.]
winter: strɤ́nga; sommer: merízve (im offenen) [Sid.]
winter: strúnga; sommer: im offenen [Nest.Sl.]
016 [Trig.]


transportable fencing for the herd, e.g. to allow the livestock to graze / fertilise a particular field

vend i rrethuar [Kell.Al.]

situ [Mets.]

καθόμασταν ορθοί, καϊτέρεμα εδώ. Λες ως εδώ και τα καϊτεράς. [Bul.]
--- φράχτης, παλιούρια [Kan.]
απλωσ̆ιά [Liv.]
φράχτ’ς ‘αφήναμαν μια ντίρα [dira] (=ποριά) και πέρναγαν την άλλη μέρα’ [Pram.]
φράχτη (η) ‘εμείς δεν έχουμε παστρικό εδώ’ (παστρικό = απείραχτο λιβάδι όπου δεν πέρασαν ζώα). Βλ. και αμαλαγιά ‘μέρος με πολύ χορτάρι’ / ξεγέννι ‘ο καθαρός τόπος –λιβάδι- όπου ρίχνουμε τα ζώα την εποχή που γννάνε’ Κρατούσαμε ένα μέρος για το ξεγέννι. [Suli]

N/P
stɤ́rga - so!
so stɤ́rga pó-reat ésti
[Gllob.]
so síto / rrjéta / tel'
so l'ési
[Vern.]
kórda [Sid.]
ärádeš / grádeš [Nest.Sl.]


place where the transportable fencing is subsequently left

xxxx xxxx xxxx xxxx

kutáru ʦi dormu ójl'i; kuprãj „kopria“ [Nest.Ar.]

κοψ̆ιά ‘το μέρος από το λιβάδι που τρώνε τα ζώα σε μια μέρα’ βλ. και σταδίες ‘το μέρος του λιβαδιού που φαγώθηκε’ [Suli]

brá(v)ite k'e i zánesiá táka
se léžeja nóšjeto
[Gllob.]
da i spim da se izgnóe n'ívata [Vern.]
nagnɔénɔ [Sid.]
nagnoéna n'íva [Nest.Sl.]
'ugar [Trig.]


totality of the shepherds’ facilities, all buildings (mountain)

stani [Kell.Al.]

turušte [Mets.]
turrãshtia [Kell.Ar.]

xxxx xxxx xxxx xxxx

báčilo: tɤ́rlo, kásala, stɤ́rga [Gllob.]
grádeš [Vern.]
bučílɔ / léten stan; cf. léten *stan (sagt man nicht) [Sid.]
mándra grádime 1 pl.[Nest.Sl.]
bač'ilo [Trig.]


goat pen

tharku [Kell.Al.]

cãpreaʦã [Mets.]
cutaretsu [Kell.Ar.]
kãl'íva ti kãpri / kãpãri [Nest.Ar.]

 [Bul.]
--- είναι ενιαίο [Kan.]
 [Lav.]
τσάρκος / μπαντούλι (για κατσίκια και αρνιά που αποκόπηκαν) [Pram.]
τσάρκος / μπαντούλι (για κατσίκια και αρνιά που αποκόπηκαν) [Suli]
 [Tsep.]

tɤ́rlo
slon
zímn'ica
siehe bild!
[Gllob.]
grádeš [Vern.]
kórda, strɤ́nga [Sid.]
kušára / kuáéra za kwózete, kozarn'íca; cf. ofčarn'íca [Nest.Sl.]
m'andra-koz'arn'ica [Trig.]


protected place inside the fence for dairy sheep

vend i rrethuar në vath [Kell.Al.]

ti ójl'i, kãpri / kãpãri ʦi ári lápti [Nest.Ar.]
ɫoc ngãrditu (pãrtst tu masu)[Kell.Ar.]

--- [Kan.]
γαλαρομάντρι [Liv.]
γαλαρομάντρι [Pram.]
γαλαρομάντρι [Suli]

cark / prégrada [Gllob.]
kotárče / prégrada [Vern.]
kótar [Sid.]
kušára / kuáéra za ml'éčn'ite [Nest.Sl.]
k'otar [Trig.]


protected place inside the fence where the sheep give birth

në vath [Kell.Al.]

tu mas[Kell.Ar.]
ti ójli ʦi sãnti afitári, vréa s feátã [Nest.Ar.]

--- [Kan.]

cark [Gllob.]
predel'éno kotárče za rodvájne [Vern.]
ávur za rɔdvájne [Sid.]
za rodván'e; šo sák'e(t) da róde [Nest.Sl.]
k'otar za m'əlzn'icite [Trig.]


corner of the pen for sterile sheep

vatha e shterpave [Kell.Al.]

masu a sterpuɫu[Kell.Ar.]
ti steárpili ójli [Nest.Ar.]

--- τις β. σε άλλο γρέκι [Kan.]
στειρομάντρι [Liv.]
στερφομάντρι [Pram.]
στειρομάντρι [Suli]

cark / prégrada za jalóvite
cf. kótarn'ik fuers schwein
[Gllob.]
kotárče za jalóvite [Vern.]
elóvi kótar / ávur za aluvína [Sid.]
za jálovite wófce [Nest.Sl.]
k'otar za j'aloĭte [Trig.]


fenced-in place where the young are separated from the old animals

tharku [Kell.Al.]

cutaru di nʲelʲi cutaru di eʣâ [Mets.] οπως ήδη αναφέραμε βρίσκοντανμέσα στο γρέκι [Mets.]
cutaretsu[Kell.Ar.]
koárdã ti n'éjli [Nest.Ar.]

--- [Kan.]
ψιμαδομάντρι [Pram.]
μπαντούλι [Suli]

cark [Gllob.]
kotárče [Vern.]
kótar [Sid.]
kəl'ívata / kal'ívata za jaän'íščata [Nest.Sl.]
k'otar za m'al'ite [Trig.]


fenced-in place where animals from different owners are separated

sinori [Kell.Al.]

amasu cu gardu tru mese [Mets.]
sinãrru [Kell.Ar.]
l'i pãrcãm 1 pl.[Nest.Ar.]

--- [Kan.]
--- [Suli]

i odlɤ́kvame 1 pl.[Gllob.]
da se lɤ́čat 3 pl.[Vern.]
kórda za ləčéjn'e [Sid.]
i dél'ime 1 pl.[Nest.Sl.]
i l'əčime, cf. i dél'ime 1 pl. razdeljatj imushchestvo![Trig.]


stable with roof, right next to the house (mostly in winter)

stalla, kasolle, kalive [Kell.Al.]

pleamsã [Mets.]
Ειδικοί σταύλοι για πρόβατα δίπλα κοντάσ τις οικίες δεν υπήρχαν για αυτό τα λίγα οικόσιτα που είχαν τα στάυλιζαν ή στα υπόγεια των σπιτιών η στην pleamsã μία διόροφη κατασκευή όπου στον πάνω όροφο αποθήκευνε σανά και στο κάτω όροφο στάυλιζαν πάντα τα υποζύγια ή και άλλα οικόσιτα. [Mets.]
staɫã, cãpraʣã, cãlivã[Kell.Ar.]
kãl'ívã ti ójl'i, kãpri / kãpãri [Nest.Ar.]

στάβλος [Kan.]
στάβλος [Lav.]
στάβλους άρχισαμε να φτιάχνομε αργά [Liv.]
τότες δεν είχαμε στάβλους [Pram.]
στάβλος / [Suli]
στάβλος. Οι Ζαγορίσιοι τάβαζαν στα κατώγια. [Tsep.]

zímn'ica [Gllob.]
tremn'íca [Vern.]
= o10, cf. naslón / slon, ávur [Sid.]
ávur [Nest.Sl.]
m'andra, cf. 'aur dlja bikov v dome i u doma [Trig.]


crib, hayrack (containing livestock feed, usually on the wall)

hangari, depo [Kell.Al.]

pãhãnie [Mets.]
pãxn'í ku skãnduri „paxn'ía“; cf. bágã járbã tu pãxníi [Nest.Ar.]

κορίτες [Bul.]
κορίτα, κορίτος (ο) , κορίτια (τα) [Kan.]
ταϊστρα, κορίτα, παχνί [Suli]

ásl'i / jásl'i pl. tant. / áúmata víla siehe bild! [Gllob.]
ásl'i pl. tant. [Vern.]
jásl'i na stísu [Sid.]
ášl'i so áčíci [Nest.Sl.]
'asl'i [Trig.]


shelter, something to provide shade

tëna [Duk.T.]

čarδake [Mets.]
šk'épastro [Nest.Ar.]
frãnʣata[Kell.Ar.]

φραντζάτος [Bul.]
φραντζάτος [Bul.]
στάλος, στάλος (τον φτιάχνουμε από φούρκες, βέργες, φτέρη) [Kan.]
τσ̆αρδάκ’ [Lav.]
στάλος [Pram.]
στάλος [Suli]
στάλος / σταλίζουν: Το φτιάχνω με ξύλα / λούρια και πάνω βάζω φτέρες, κλαριά κτλ. [Tsep.]

pl'émna
cf. čárdak – ein teil vom haus
[Gllob.]
ténta za sénka [Vern.]
trem za sénka, cf. naslón / slon [Sid.]
čárdak, sénka so áúma / trem [Nest.Sl.]
trem [Trig.]


storage, place for storing winter fodder, in the stable or in the house

mullari me bar,
hangari i barit, kasollja me bar
[Kell.Al.]

ahure, bimsã [Mets.]
apoθík'i / apuθík' [Nest.Ar.]

αποθήκη / κατώι [η Δρόβιανη λέει κελάρι] [Bul.]
αποθήκη, καλύβια [Kan.]
κατώγι [Lav.]
κατώι [Liv.]
αποθήκη [Suli]

zu hause
pl'émna za sláma, za áúma
[Gllob.]
vo kápica
pl'émna
[Vern.]
pl'émna [Sid.]
apuþík'i / pl'émna [Nest.Sl.]
pl'émna [Trig.]


place in the house for dairy sheep

--- [Kan.]
κατώι [Pram.]
κατώγι [Suli]

búdrum [Gllob.]
ízbi = bodrúm / ávur [Vern.]
ávur [Sid.]
ávur [Nest.Sl.]
kutár [Nest.Ar.]
'avur [Trig.]


building in the shepherds’ camp where milk is processed

në kaliven e stanit [Kell.Al.]

cãšarie, badjaryio [Mets.]
tu cãlivã ɫa stani[Kell.Ar.]
kãl'íva ʦi u fãcém láptil'i 1 pl.[Nest.Ar.]

--- [Kan.]
τυροκομείο [Liv.]
--- [Suli]

kásala ot čákal (=stíso) so əržéjnca pokríena so zémja máčkana od nốtre [Gllob.]
kal'íva ot kamén'a i pokríena so əržéjne [Vern.]
bučílɔ [Sid.]
kəl'íva šo go právime siréjN/Po, ml'jékoto [Nest.Sl.]
b'ačilo [Trig.]


special building or place for storing milk products, e.g. a shelf

no special building; i varim në shul, që mbështetet në dy furka: milk products are hung outside on a shul which hangs on two furka [Kell.Al.]

cf. strãng'istírio [Nest.Ar.]
N/P; li spinʣurãm pi strop; stropu di lem, tsi sta pi dau furts [Kell.Ar.]

γαλατοστάσι / κρεμαστάρι / φούρκα [Liv.]

dólap
ódžaci so pl'et i so zémn'a máčkan'i
[Gllob.]
raf, rafóvi [Vern.]
raf [Sid.]
raf / ščícite pl.[Nest.Sl.]
p'ol'ici pl.[Trig.]


canopy under which sheep are milked

strehë me kashtë/mbulesa e mjeljes [Kell.Al.]

čarδake de la mulgeare, čarδake la scamne, cãlivã de mulgeare [Mets.]
sharcu[Ming.]

[Bul.]
--- [Kan.]
 [Lav.]
 [Liv.]
 [Pram.]
σ̆κεπή [Suli]
σ̆έχος [Tsep.]

sén'ica [Gllob.]
pokriválo [Vern.]
trem so lési [Sid.]
trem / čárdak [Nest.Sl.]
trémče [Trig.]


place or building where tools are kept

qilar/depo [Kell.Al.]

apoθík'i / apuθík' [Nest.Ar.]
tu patos[Ming.]

αποθήκη [Kan.]
ντουλάπα [Suli]

ćéral = búdrum [Gllob.]
ćerálče
na raf
[Vern.]
k'éral [Sid.]
k'élar [Nest.Sl.]
k'élar [Trig.]


cellar or similar, underground storage location (cooling!), storage for supplies, milk

bodrumi/qilari [Kell.Al.]

mãnurocalivã [Mets.]
Η mãnurocalivã γινόταν μόνο στην στάνη όπου και αποθήκευαν τα προς διμετακόμιση στις αποθήκες των σπιτιών κεφαλοτύρια, εκεί τα τοθετούσαν στα ψυχρότερα μέρη του υπογείου. [Mets.]
apoθík'i / apuθík' [Nest.Ar.]

κατώγι [Kan.]
κατώι [Pram.]
στέρα / αποθήκη [Suli]

vo ládno mésto [Gllob.]
ćerálče za blagótata, pót-skala [Vern.]
k'éral [Sid.]
dolm [Nest.Sl.]
'izba [Trig.]


sleeping area for the shepherds (a) tent (b) wooden hut (c) of stone (d) of greenery

në anë të dhënëve [Kell.Al.]

calivã di tu arpã, calivã nʲicã, calivã tu arpã [Mets.]
 [Palok.]
tu arpa a oljɫu[Ming.]
kãl'ívã [Nest.Ar.]

καλύβα, να η στρογγυλή, να και με καβαλάρη. Την κάναμε από βρυζ̆ιά. Βάναμε ξύλα όρθια. Απ’ τη μέση και άτω βάναμε νιώματα, πλατάνια. Από τη μέση κι απάνω βρυζάχερο. Στην κορφή μάζευε. Άναβαμε φωτιά στ μέση της καλύβας. Έχει κι άλλες πούναι μα καβαλάρια. Αυτές οι στρόγγυλες είναι οι καλύτερες. [Bul.]
καλύβα, Καλυβούλα [Kan.]
λουζ̆άρ’ (στρώναμε κλαδιά και φτιάχναμε ένα είδος κρεβάτι). Μόνο οι Σαρακατσαναίοι φτιάχνανε καλύβες. [Lav.]
καλύβα: τη φτιάχνανε κύκλο και στην άκρη έβανανε τη φωτιά. Πυρώνοντανε. Για άχυρο χρησιμοποιούσανε λιανοκάλαμο από βαλτώσδες μέρος. Το ΄διο με εκείνες των βλάχων. Παλούκια και λούροι. [Liv.]
 [Pram.]
καλύβι [Suli]
καλύβα: με άχυρο / με τσίγκο. Οικογένειες δεν πάγαιναν απάνω (στο βουνό). Εκιά τα χρόνια τα παλιά νοίκιαζαμαν τα τόπια εδώ, τα β’νά, δε μας άφηναν οι Ζαγορίσιοι σπίτια εδώ μέσα. [Tsep.]

kásala so k'erámidi [Gllob.]
kəl'ífče [Vern.]
kəl'íva (fuer besitzer; schafer schlafen im freien)
cf. *katúna (kennen passiv, ohne bedeutung); stis „wand“
[Sid.]
kəl'íva
cf. i téra / i äána
1 sg.[Nest.Sl.]
k'al'iva / k'al'ivi t'isan'i pl.[Trig.]


half subterranean hut, only the roof can be seen

në anë të dhënëve [Kell.Al.]

-

manurocalivã [Mets.]
Η mãnurocalivã κατά ένα μεγάλο βρίσκονταν χωμένη μέσα στην γη. [Mets.]
núntu [Nest.Ar.]

N/P[Gllob.]
N/P[Vern.]
cf. ambrí „blindage“ [Sid.]
dolm za zémata [Nest.Sl.]
N/P[Trig.]


permanent settlement

fshati [Kell.Al.]

hoarã [Mets.]
xoárã [Nest.Ar.]

sélo [Gllob.]
sélo [Vern.]
sélɔ [Sid.]
sjélo [Nest.Sl.]
sélo [Trig.]


lemma


sheep hurdle

=04 [Gllob.]
=04
čín'i = prái
3 sg.
áópje [Vern.]
kórda, cf. déka se stemnúvaje, támu spíee [Sid.]
sogradéno [Nest.Sl.]
cf. gr'adeš / t'ərlo [Trig.]


small pen

l'i báu - l'i skotu [Nest.Ar.]

zatvórvam = ftérvam 1 sg.[Gllob.]
i píkame vo grádežo [Vern.]
klávam - izvávam [Sid.]
klávam - izvávam [Nest.Sl.]
cf. i kl'aam vs. i izv'aam [Trig.]


penned, penned up

i vura në vath [Kell.Al.]

bagu tu amasu [Mets.]
l'i báu - l'i skotu [Nest.Ar.]

---, τα πάω / βάζω στο γρέκι [Kan.]

i púátam = i ótvorvam 1 sg.[Gllob.]
izvávam 1 sg.[Vern.]
klávam - izvávam [Sid.]
klávam - izvávam [Nest.Sl.]
i kl'aam vs. i izv'aam 1 sg., na mérizo[Trig.]


What do you call the stable building as opposed to the residential building? Stable, barn, stall, shed

stalla, tharku [Kell.Al.]

cf. kãl'ívã [Nest.Ar.]
stalla, cãpraʣa, cutaretsu[Ming.]

slon i zímn'ica = tɤ́rlo [Gllob.]
koáéra – fuer maiskolben [Vern.]
N/P[Sid.]
N/P[Nest.Sl.]
N/P[Trig.]


stable rooms, stable types

stalla, kalive [Kell.Al.]

kãl'íva, kutár [Nest.Ar.]

ávur, cark, tɤ́rlo, zímn'ica, slon [Gllob.]
kótar, kótarče, tremn'íca [Vern.]
ávur, strɤ́nga, kɔšára, kótar [Sid.]
ávur, kəl'íva, kuáéra [Nest.Sl.]
t'ərlo, cf. 'aur, koá'ara, k'otar, str'ənga [Trig.]


corridor: paths between stables?

kalive e ndarë [Kell.Al.]

pureao [Mets.]
cf. tráyi kálea máryina [Nest.Ar.]

pốtička [Gllob.]
pətéka tésna [Vern.]
pətéjka [Sid.]
p’Oče [Nest.Sl.]
p'ətčina pl.[Trig.]


ceiling of the livestock shed

čátija [Gllob.]
čatíja [Vern.]
čatíja [Sid.]
čatíja [Nest.Sl.]
čat'ija [Trig.]


freestanding, agriculturally-used small buildings

vath me lesa [Kell.Al.]

mas cu lesi[Ming.]

καλύβα [Kan.]

garáža / pl'émna / sjén'ica [Gllob.]
kəl'íva [Vern.]
k'éral [Sid.]
k'élar [Nest.Sl.]


hut types (list according to the material and, if applicable, according to ethnicity)

kasolle e rrumbullakët, kasolle me çati mbulluar me kashtë [Kell.Al.]

calivã aʦea mare, calivã nʲicã, calive di palʲi; Αρχικά για την κατασκευή των καλυβιών χρησινοποιούνταν καλαμιές βρίζας ΄΄ palʲi di sicarã ΄΄ και φτέρες ΄΄feriʦi ΄΄ αλλά κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα χρησιμοποιήθηκες και ο τσίγκος.) [Mets.]
kãl'ívã ku ák'ãmbã [Nest.Ar.]

[Bul.]
--- [Kan.]
[Lav.]
[Liv.]
Τς καλύβες τς φτιάναμανε με καβαλάρι, λέγεται και τετράγωνο. Εμείς το πλείστον φτιάχναμε τέτοιες. Βλάχικη καλύβα λέγεται και κονάκ’. Μτράμαν με το πουδάρι. Μπήγαμαν ένα παλούκι στη μέση. Δέναμαν (στο παλούκι) μια τριχιά και γύρω γύρω βάζαμαν παλούκια, φτάναμαν στο ίδιο σημείο. Εκεί ήταν η πόρτα. Γίνουνταν όλο στρόγγυλο. Μέσα δω πούχαμε και παλούκ’ φτιάχναμε τν γωνιά το έμε, που ανάβαμαν τν φωτιά. Το τζ̆άκ’. Μετά φτιάχναμε την κατσ̆ιούλα. Παλούκια πάνω στα παλούκια. Τα δέναμε με βούρλα, σπάρτα. Μετά χάρτωνες γύρω γύρω, χάρτωμα, βάζαμε λούρια. Μετά κόβαμε ψάθες, σκεπάσματα. Λίγα λίγα, από κάτω προς τα πάνω. Διαλέμαν σκλίδες καλές κι έφτιαναμαν τν κατσ̆ιούλα. Πάνω στν κατσ̆ιούλα φτιάναμαν έναν σταυρό. [Pram.]
Φτιάχναμε ένα στρογγυλοτό μ επέτρες, πενήντα πόντους ύψους. Το λέμε κουλούρι. Εδώ βάζαμε μια φούρκα ψηλή, 2,5 – 3 μ, Βάζαμε άλλες δυο φούρκες και τις ενώναμε. Βάζαμε ένα άλλο ξύλο, τεμπλάρι, βάζαμε άλλα καδρόνια, άλλα ξύλα. Στη συνέχεια βάζαμε βέργες από φράξο. Μετά βάζαμε άχυρο., κάναμε τον καβαλάρη από πάνω. Κοντά στην πόρτα είχαμε την γωνιά, όπου ανάβαμε φωτιά. Ο καπνός έβγαινε από το άχερο μέσα. Εκεί στην γωνιά ψήναμε κουλούρα πάνω στην μπρούσ̆α. 29.34 – 32.50. Φτιάχναμε και τετράγωο καλύβι. Βάναμε το τεμπλάρι απάνω και το σκεπαίναμε πάλι με άχερα, πάντα με άχερο. [Suli]
Έτσι [όπως τη βλάχικη] το ίδιο έφτιαναμε κι εμείς. Έβαναμαν ένα παλούκι στη μέση και μέτραγαμαν δέκα πόδια αποδώ και δέκα απ’ έκει είκοσι. Γένονταν στρόγγυλη αυτή. Γύρα γύρα έβαναμαν λούρια. Φτιάναμανε μια φούρκα στη μές’. Μετά τάδεναμαν [στην κορφή]. Το άχυρο το χάρτωναμαν, μετά ολόγυρα. Αρχίναγαμαν από τον πάτο και πάνω με άχυρο. Για τη φωτιά έφτιαναμαν γωνιά στη μέση. Ο καπνός έφευγε μέσα απ’ τ’ άχυρα. [Tsep.]

kásala aus stein, dach aus tɤ́rska, əržéjnca [Gllob.]
kəl'íva [Vern.]
a) sarakačánck'i so tréva; b) so stis / stisána „mit waenden“ [Sid.]
kəl'íve so árá / tréva, so pápre, so kamén'a; tisána [Nest.Sl.]
k'al'ivi t'isan'i pl.[Trig.]


general name for fences

gardhi [Kell.Al.]

gardu, coarδã [Mets.]
Η λέξη gardu αφορά κάθε είδους περίφραξη. Η coarδã αποτελεί μία κλειστή κυκλική περίφραξη. [Mets.]
kwórda [Nest.Ar.]

φράχτης [Kan.]

pl'et / grádeš [Gllob.]
grádeš [Vern.]
kórda / síta „N/Pz[Sid.]
pl'et / síta [Nest.Sl.]
cf. gr'adeš [Trig.]


fence of living material (of spruce etc.)

gardhi me driza, me shkarpa, me thupra, me lesa [Kell.Al.]

gardu [Mets.]
Στα χειμαδιά δημιουργούσαν τοποθετούσαν διαχωριστικούς φράχτες μεταξύ των κοπαδιών ενός τσελιγκάτου. [Mets.]
N/P[Nest.Ar.]

--- [Kan.]
κόρδα Για να αρμέξουμε φτιάχνουμε στρούγκα, [για] να κοιμηθούν τη λέμε κόρδα, την περίφραξη δηλαδή. Στο γρέκι κάνουμε στρούγκα και κόρδα. Η κόρδα είναι η περίφραξη ενώ όλος ο χώρος είναι το γρέκι. Η είσοδος λέγεται ρούγα. Εδώ τα σκαμνιά, εδώ η ρούγα, εδώ η κόρδα. Κι αυτό όλο λέγεται γρέκι.
Το χειμώνα κόβαμε κλωνάρια, τα δέναμε –σύρμα δεν είχαμε- με λυγαριές και τα κάναμε στρούγκα μετά. Αυτά που δέναμε τα λέγαμε δεμάτια.
 [Πόστες] κάναμε από ζίγρα [=βατσινιά]. Την κόβαμε και την πατούσαμε με τα πόδια. Βάζαμε τέσ̆ερα ξύλα, έτσι. Βάζαμε ζίγρα και βρισάλομα [=σάλομα από βρίζα] –τότε το σπέρνανε- βάζαμε άλλα ξύλα, τα δέναμε πάλι με λυγαριά. Αυτές είναι οι πόστες. Τα δεμάτια είναι για την κόρδα, ενώ οι πόστες για το μαντρί. Οι πόστες είναι για το χειμώνα, ενώ οι πόστες για το καλοκαίρι. Το γρέκι το αλλάζουμε μέρα παρά μέρα. [ο καλός βοσκός] φτιάχνει το γρέκι σε προσήλιο, να μη το χτυπάει ο αέρας, νάναι στράγγιο, δηλαδή να μη κρατάει νερό, να μη το χτυπάει ο βοριάς.
[Lav.]
ό,τι ήβρισκαμε, παλιούρια, κλαριά – τάκαναμε δεματσούλια. [Tsep.]

N/P[Gllob.]
N/P[Vern.]
N/P[Sid.]
N/P[Nest.Sl.]
N/P[Trig.]


fence with vertical stats

me kangjella shule druri të ngulura) [Kell.Al.]

par „pal‘uk'i“ [Nest.Ar.]

--- [Kan.]
πού να βρούμε σανίδια; Από φυσικό υλικό [τα φτιάχναμε] βέργες. [Suli]

kol, kólje Glob.]
kol, kól'ja
[Vern.]
kólje coll. [Sid.]
kol, kólja (ot kosténa)
cf. térač „treiber“
[Nest.Sl.]
t'araba vs. kol "v zemle" [Trig.]kol, kólje Glob.]
kol, kól'ja
[Vern.]
kólje coll. [Sid.]
kol, kólja (ot kosténa)
cf. térač „treiber“
[Nest.Sl.]
t'araba vs. kol "v zemle" [Trig.]


the slat sharpened at the top (slats, stakes)

shule me majë [Kell.Al.]

u pilik'éšč pãru [Nest.Ar.]

--- [Kan.]

kol, kólje [Gllob.]
kol, kól'ja [Vern.]
kol so nos / óstren kol [Sid.]
cf. go práiá knóko [Nest.Sl.]
kol [Trig.]


horizontal bar in the garden fence (ribbon bars, structural legs)

gardh i pleksur [Kell.Al.]

lurã [Mets.]
gard puɫtitu[Ming.]

πάσ̆αλος, πασ̆άλους τους λέμε [Kan.]

polózina [Gllob.]
makásče knóko [Vern.]
rul'íčka / rúl'a [Sid.]
rámno [Nest.Sl.]
N/P[Trig.]


fencing-in

rrethoj me gardh [Kell.Al.]

ângãrdescu [Mets.]
u ngãrndéstu [Nest.Ar.]

περιφράζω, φράζω / βάζω φράχτη / παλούκια [Kan.]

grádi 3 sg.[Gllob.]
grádi 3 sg.[Vern.]
gráda 1 sg.[Sid.]
oäréda / oäráda / opl'éta 1 sg.[Nest.Sl.]
gr'adam 1 sg.[Trig.]


fence with only horizontal boards (slats)

gardh me dhoga druri [Kell.Al.]

grádeš so polózin'e [Gllob.]
cf. makásče knóko [Vern.]
l'ésa so rúl'i [Sid.]
cf. o52 [Nest.Sl.]
N/P[Trig.]


boards, poles

dhoga [Kell.Al.]

scãnduri, mãrgini [Mets.]
scãnduri (γενικός όρος), mãrgini (ακατέργαστες σανίδες που χρησιμοποιούνται σε περιφράξεις η κατασκευή ξύλινων τοιχωμάτων) [Mets.]
skãnduri pl. „san'íði“ [Nest.Ar.]

átíca [Gllob.]
áčíca
kədrónka
[Vern.]
l'ésa so áčíci / patávri, cf. patávra [Sid.]
áčíca sg.[Nest.Sl.]
t'araba [Trig.]


crossed fence

pl'et [Gllob.] l'ésa / pl'et [Vern.] l'ésa / kl'et žél'ezna [Sid.] pl'et so dɤ́rva / síta [Nest.Sl.] N/P [Trig.]


wire

rrjet teli [Kell.Al.]

sirmã [Mets.]
gard cu sirmã[Ming.]
tel, téɫu; cf. tel s-u légu [Nest.Ar.]

τσίπα [Suli]

tel' [Gllob.]
tel' [Vern.]
tel' [Sid.]
tel' „sirma“ [Nest.Sl.]
tel' [Trig.]


other types of fences

gardh me shule druri [Kell.Al.]

cu pari cu pureaʦšã, cu lure, vergi, cu lišsei cu garduri , pari (πάσαλοι), pureaʦšã (αγκαθωτοί θάμνοι), lure (μακροστενα ακατέργαστα ξύλα τοποθετημένα οριζόντια πάνω σε πασάλους), vergi (βέργες) [Mets.]
gard cu par di lem[Ming.]
N/P[Nest.Ar.]

πλιούρια, πλέγμα, τσίπα (from the market), τσίπα από σύρμα, πλέγμα (it is thicker) [Kan.]
λιάσα [Suli]

N/P[Gllob.]
N/P[Vern.]
cf. kl'et žél'ezna [Sid.]
N/P[Nest.Sl.]
N/P[Trig.]


opening, gate in garden fence

lesa kashte [Kell.Al.]

poreao [Mets.]
lesi cu paljã[Ming.]


opening on the pasture with moveable bars (gate, gap)

gardh druri [Kell.Al.]

gardu di leamne [Mets.]

φράχτης [Kan.]
φράχτης [Suli]

l'ésa za vrátata [Gllob.]
l'ésa [Vern.]
l'ésa [Sid.]
l'ésa, cf. vl'éve wófcete [Nest.Sl.]
l'ésa [Trig.]


drinking buckets: vessels from which the young take milk

poçe, kupë, tas alumini [Kell.Al.]

cupã di bãcãrrã, sãniciu[Ming.]

βυζάστρα [Bul.]
μπουκάλι, μπουκαλάκι, ρωγοβύζι [Kan.]
 [Liv.]
δραγκοβύζ’ [Pram.]
μπουκάλι [Suli]
ρακοβύζι (να το ζ̆ουπιάσω με ρακοβύζι) [Tsep.]

kópanče [Gllob.]
kopánka / kóva ot lamarína [Vern.]
g'um „klein, aus holz“; kóbel / kóbal „gross, breit“; kázan „das groesste“ [Sid.]
kóva, kótul [Nest.Sl.]
k'ova / k'oa [Trig.]